αγριοκοιτάζω


αγριοκοιτάζω
[агриокиттазо] р. смотреть свирепо,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αγριοκοιτάζω" в других словарях:

  • αγριοκοιτάζω — και αγριοκοιτώ αγριοκοίταξα, κοιτάζω με άγριο βλέμμα, αγριοβλέπω: Τον αγριοκοίταξε, αλλά δεν του είπε τίποτε …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγριοκοιτάζω — και κοιτώ κοιτάζω κάποιον άγρια, βλοσυρά, απειλητικά. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρημα άγρια + κοιτάζω. ΠΑΡ. αγριοκοίταγμα, αγριοκοιταξιά] …   Dictionary of Greek

  • αγριοβλέπω — αγριοκοιτάζω* …   Dictionary of Greek

  • αγριοξανοίγω — αγριοκοιτάζω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγρια + ξανοίγω. ΠΑΡ. αγριοξάνοιγμα] …   Dictionary of Greek

  • αγριοθωρώ — ( έω) (MN) αγριοβλέπω, αγριοκοιτάζω *. [ΕΤΥΜΟΛ. < επίρρ. ἄγρια + θωρῶ] …   Dictionary of Greek

  • αγριοκοίταγμα — το [αγριοκοιτάζω] άγριο κοίταγμα, βλοσυρό βλέμμα …   Dictionary of Greek

  • αγριοκοιταξιά — η [αγριοκοιτάζω] το αγριοκοίταγμα* …   Dictionary of Greek

  • αγριοκύτταγμα — αγριοκυττάζω κ.λπ. βλ. αγριοκοίταγμα, αγριοκοιτάζω κ.λπ …   Dictionary of Greek

  • αγριοματιάζω — [αγριομάτης] 1. αγριοκοιτάζω* 2. ματιάζω, βασκαίνω …   Dictionary of Greek

  • αγριοτηρώ — ( άω) αγριοκοιτάζω*. [ΕΤΥΜΟΛ. < άγρια + τηρώ] …   Dictionary of Greek